Η ΒΙΑ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Τον περασμένο αιώνα, αλλά και προγενέστερα, πολλά Δημοτικά τραγούδια, που τραγουδιόνταν αλλά και χορεύονταν, απηχούσαν πραγματικά γεγονότα και έτσι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αυτά τα γεγονότα γίνονταν γνωστά. Δεν υπήρχαν τα Μέσα Ενημέρωσης (ραδιόφωνο, τηλεοράσεις, computers και πολλές Εφημερίδες ή μάλλον ελάχιστες φυλλάδες κυκλοφορούσαν στα μεγάλα κέντρα, που αμφιβάλλω αν έφθαναν στις μικρές πόλεις και στα χωριά της πατρίδας μας.
Πράξεις και γεγονότα που, θα λέγαμε συντάραξαν τον πληθυσμό γίνονταν τραγούδια και χορεύονταν στα Δημοτικά και τα Γυμνάσια και όχι μόνον. Έτσι, με την πάροδο του χρόνου, χωρίς συνείδηση της βίας και της σφαγής, οι τραγουδιστές και οι χορεύοντες, δεν «ένοιωθαν» τί απηχούσαν οι στίχοι και χαίρονταν με τα ώπα! με στροφές και στροβιλισμούς. Και τα μουσικά παραδοσιακά όργανα, «διαλαλούσαν» το έγκλημα.
Εμείς οι μεγαλύτεροι θυμόμαστε ότι στο σχολείο χορέψαμε όλοι τον «Μενούση»:
Ο Μενούσης, ο Μπιρμπίλης κι ο Μεχμέτ Αγάς
…………όμορφη γυναίκα πού ‘χεις βρε Μενούσακα,
………..Κι ο Μενούσης μεθυσμένος πάει την έσφαξε.
Η μητέρα μου Παναγιώτα Μυλωνά-Λαμπροπούλου από το Κορυφάσιον Πυλίας, μου διηγήθηκε με τί μεγάλο κέφι τραγουδούσε στο Δημοτικό Σχολείο και χόρευε σε συρτό Καλαματιανό ρυθμό, το τραγούδι: Για Δυό Ζευγάρια Ρόδα. Μεγάλη πια όταν συνειδητοποίησε το δράμα και την τραγικότητα της ιστορίας που διηγείται και εξιστορεί το ποίημα, δηλαδή οι θλιβεροί στίχοι του τραγουδιού, έκλαψε σιωπηλά. Ήταν πραγματικό γεγονός που συνέβη σε χωριό της Πάτρας και έγινε γνωστό σε όλον τον τότε Ελλαδικό χώρο, με το τραγούδι, την θλιβερή αυτή μπαλάντα.
Μια κόρη ρόδα μάζευε
Και ανθούς κορφολογούσε
Του Ρήγα γυιός επέρασε
Με τ’ άλογο καβάλλα.
Δυό ρόδα της εζήτησε
Και τέσσερα του δίνει
Και η μάννα της αγνάντευε
Από το παραθύρι
Κόρη δεν εφοβήθηκες
Τα δώδεκά σου αδέλφια;
Και ακόμα ο λόγος ήστεκε
Και οι δώδεκα προβαίνουν
Πιάνει και τους το μαρτυρά
Και όλα τους τα λέει
Την δέρνανε και οι δώδεκα
με βέργα σιδερένια
Την έδερνε και η μάννα της
Με μια μαλαματένια
Την νύχτα τα μεσάνυχτα
Η κόρη ξεψυχάει
-Πεθαίνεις θυγατέρα μου
Τί ρούχα να σου βάλλω;
-Θέλεις θαμπά, θέλεις χρυσά
Θέλεις μαλαματένια;
-Θέλεις τα καταπράσινα
Που σού ‘φερε ο Γιάννης;
-Δεν θέλω μάννα μου χρυσά
Ούτε μαλαματένια
-Ούτε τα καταπράσινα
Που μού ‘φερε ο Γιάννης
Μον’ θέλω να με θάψετε
Μ’ αυτά τα ματωμένα
Για να τ’ ακούσει η γειτονιά
Και η πάρα πάνω ρούγα
Που μ’ αδικοσκοτώσατε
Για δυο ζευγάρια ρόδα.
Αυτά τα δύο γεγονότα, σήμερα θα τα λέγαμε «γυναικοκτονίες», είναι ελάχιστο δείγμα στις δεκάδες παρομοίων τραγουδιών. Το δεύτερο είναι τραγικό αλλά όχι ασυνήθιστο, γιατί στη βία συνεργούσε η μάννα, η γιαγιά, η αδερφή, η νονά. Αποτελούσε ντροπή μεγάλη για την οικογένεια έστω και το φλερτ της κόρης και ήταν μεγάλο κακό και η «ματιά» του κοριτσιού προς έναν άντρα.
Γράφει
Βούλα Λαμπροπούλου, Ομότιμος Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών
